Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Προάγγελος

Κρατώ στα χέρια μου τα δοκίμια του τελευταίου και υπό έκδοσιν ποιητικού έργου του Δημήτρη Δημητριάδη, Κατάλογοι 13-14, Πένθη.
Ανασύρω την εξομολόγηση του συγγραφέα στον Μισέλ Φάις που δημοσιεύθηκε στην τελευταία Βιβλιοθήκη
Εξομολόγηση που δεν κρατά τίποτα κρυμμένο, όλα στη φόρα και όλα στην μέγιστή τους διάσταση.

Το απρόσιτο της ποίησης

Η αφοριστική φράση του τίτλου δεν είναι περιοριστική ούτε απαγορευτική· είναι αφετηριακή: σημαίνει μια σκοπιά απ' την οποία μας κοιτάζει η ποίηση και απ' την οποία την κοιτάζουμε εμείς. Αυτή η σκοπιά χρειάζεται, και μάλιστα επειγόντως, προκειμένου όχι μόνο να καταλαβαίνουμε πότε γράφεται ποίηση, αλλά, προπαντός, να μην ξεχνούμε, ακόμη κι όταν αυτό που γράφεται είναι όντως ποίηση, την απόσταση που μας χωρίζει, ούτως ή άλλως και καταγωγικώς, απ' αυτήν. Οχι πως η ποίηση έχει διάσταση ιδεατή ή θεϊκή· ότι αποτελεί υπερφυσική οντότητα. Η ποίηση είναι απρόσιτη ως αποκλειστικώς ανθρώπινη ιδιότητα· ο ίδιος ο άνθρωπος δεν καταφέρνει, παρά τις πολλαπλές και κορυφαίες προσεγγίσεις, να φτάσει στην απώτατη έκφρασή της, αδυνατώντας να εξαντλήσει, ακόμη και να οικειοποιηθεί εντελώς, μια αποκλειστική δική του ιδιότητα, το υπέρτατο σημείο της οποίας είναι πάντα πέραν του εκφραστικού σημείου στο οποίο ο ίδιος κάθε φορά φτάνει ασκώντας την.

Τα ποιήματα, μικρά ή μεγάλα, είναι αντίστοιχες κινήσεις προς αυτόν και ως προς αυτόν τον στόχο· όσο κι αν προσεγγίζεται αυτός, όσο κι αν δίνεται η εντύπωση με τα ποιήματα που γράφονται, ότι αυτά τον έχουν φτάσει και ότι, ενίοτε, τα ποιήματα είναι ο ίδιος ο στόχος, δηλαδή η ίδια η ποίηση, εντούτοις αυτή δεν έχει αγγιχτεί με τέτοιον τρόπο ώστε να πούμε ότι πέραν του σημείου εκείνου δεν υπάρχει άλλο τίποτε που δεν έχει ή δεν μένει απ' αυτήν να αγγιχτεί. Την εντύπωση αυτή δίνουν κυρίως τα μεγάλα ποιήματα, εντύπωση που δεν απέχει μάλιστα καθόλου απ' την κυρίαρχη βεβαιότητα ότι το απρόσιτο έχει γίνει προσιτό.

Οι Κατάλογοι 13-14. Πένθη, όπως και οι προηγούμενοι, είναι, στην κεντρική τους διάθεση, κινήσεις προς το απρόσιτο της ποίησης, κινήσεις που προπαντός αποκαλύπτουν την απόσταση που τις χωρίζει απ' αυτό, και όπου δοκιμάζεται η ανεπάρκεια των εκφραστικών μέσων για να μειωθεί η απόσταση αυτή· συγχρόνως είναι κινήσεις όπου αποπειράται μια διά των λέξεων επιχείρηση προκειμένου να προκληθούν θεματικά όρια ήδη φτασμένα, αλλά και όρια καινοφανή, να θιγούν και πάλι περιοχές της ανθρώπινης τύχης, της πολλαπλής ανθρώπινης εμπειρίας, περιοχές που περιμένουν τις δυνατότητες της γλώσσας για να αναδειχθούν και οι οποίες, παρά τις προσεγγίσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί, παραμένουν ακόμη ανεξάντλητες και αδιατύπωτες, ακόμη πρόσφορες για νέες απόπειρες.

Οι Κατάλογοι 13-14 αποτελούνται από δύο μέρη. Οι τίτλοι τους, αντίστοιχα, είναι Ηλιος και Μόρος, και συναποτελούν ενότητα υπό τον γενικό τίτλο Πένθη. Και στα δύο αυτά μέρη η αφετηρία είναι ο θάνατος· στο πρώτο, ένας θάνατος συλλογικός, στο δεύτερο, ένας ατομικός. Αυτοί οι δύο θάνατοι, έχοντας αποτελέσει, αμφότεροι, δημόσια και ιδιωτικά γεγονότα, διαθέτουν τα γνωρίσματα εκείνα που τα τοποθετούν στην τρέχουσα καθημερινότητα, στην εμπειρική πραγματικότητα, με ό,τι σημαίνει αυτό για μια συζήτηση σχετικά με το από πού πρέπει να ξεκινά ή να αντλεί το υλικό της η ποίηση: ενδέχεται να μην έχει σημασία η αφετηρία, αν και αυτό δεν είναι αυτονόητο ούτε κατακυρωμένο, έχει όμως κρισιμότατη σημασία το πόσο πέραν αυτής της αφετηρίας είμαστε ικανοί να οδηγήσουμε την ποιητική της απόδοση.

Το ίδιο το θέμα αυτών των Καταλόγων, ο θάνατος, ως πρωτόγονο αλλά και κοινότοπο υλικό, ως η πιο πραγματική πραγματικότητα, θέτει αυτομάτως την ίδια την ποιητική έκφρασή του σε δεινή δοκιμασία και την αναγκάζει, όσο εμπειρικό και καθημερινό κι αν είναι το ίδιο το θέμα, να κινείται στο σημείο όπου βρίσκεται κι αυτό, δηλαδή σε ένα όριο όπου θα πρέπει, εκείνο που λέγεται κι ο τρόπος με τον οποίο λέγεται, να συμπέσουν και να συνομιλήσουν· το ένα, ο θάνατος, το άλλο, η ποίηση, να συνδιαλεχθούν και να συνοδοιπορήσουν, όχι ως λέξεις αλλά με τις λέξεις, ώστε η ποίηση να βρεθεί εκεί όπου βρίσκεται ο θάνατος, ένας θάνατος όμως που δεν είναι μόνο το γεγονός ως γεγονός, αλλά ως αφετηρία απ' όπου εκκινώντας η ποίηση προσπαθεί να προσεγγίσει το απρόσιτο.

Εκείνο που υποκινεί αυτήν τη διπλή κίνηση σ' αυτούς τους Καταλόγους και συνιστά τον λόγο για τον οποίο γίνεται, είναι το πώς θα καταφέρει, εντέλει, η ίδια η ποίηση να φτάσει εκεί όπου δεν έχει φτάσει ακόμη, και συγχρόνως πώς θα δείξει, εξαντλώντας τα ίδια της τα μέσα, ότι αυτό που αποπειράται, είναι εντέλει ακατόρθωτο, ότι η απόπειρα, όσο κι αν έχει αναμετρηθεί με το ανέκφραστο προκειμένου να το πει, έχει αποτύχει και ότι θα χρειαστεί ν' αρχίσει και πάλι την απόπειρα, ωσάν να μην την άρχισε ποτέ πριν.

13 σχόλια:

Κυρά Ντίνα είπε...

Αν κατάλαβα καλά,παρότι μιλώ χωρίς τη συγκεκριμένη αναφορά κι,άρα, υποχρεωτικά θα γενικολογήσω, η ποίηση, κατ' εσέ, ποτέ δεν εξαντλεί τα όριά της:πάντα κυνηγά το απρόσιτο, αυτό που μένει ακόμα και ξανά να ειπωθεί. Τότε, γιατί μου φαίνεται πως μερικοί , και όχι λίγοι, στίχοι είπαν με τον καλύτερο τρόπο αυτό που είχανε ή θέλανε να πουν κι εγώ μένω άφωνη μπροστά τους; Δεν είναι τάχατες αυτό ένα όριο. Γι' αυτή, έστω, τη μικρή, αν κι όχι πάντα μικρή, περιοχή δεν ειπώθηκαν "τελεσίδικα" όσα ήταν να ειπωθούν;Να αντιγράψω μερικούς:επείπερ ελπίδος μ'απέσπασας / Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίτρα μου έι! / χτυπιόμουν εγώ ώς τα χαράματα από φρίκη που σε πλάσανε να σ'αγαπώ / Exult O shores, and ring O bells! Κι έχει άραγε πραγματική σημασία,εννοώ μεταβάλλει σε κάτι το βίωμά μου, αυτό που μου δίνουν κάποια ποιήματα, αν και κάπως αλλιώς θα ειπωθούν αυτά και λέξεις άλλες και πιθανόν και μέσα ,που δεν μπορούμε ίσως να συλλάβουμε,γεννηθούν για να υπηρετήσουν με τη σειρά τους τα στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης,θάχει καμιά σημασία για μένα αφού πήρε το μάτι και τ' αυτί μου μια φράση στα χρόνια, που μου δόθηκαν να ζω, πως υπήρξε ένας δυστυχής που έφτασε σ ΄"αλίμενο λιμάνι"!; Καλό Βράδυ,κυρ Μανουήλ!

alzap είπε...

Σκούρα τα πράγματα κυρ Μανουήλ...

Κυρ Μανουήλ είπε...

κυρά ντίνα
Το βίωμα σας είναι βέβαια κριτήριο και μάλιστα σοβαρό, αλλά δεν παύει να είναι δικό σας.
Θα επανέλθω όμως γιατί δεν τελειώσαμε.

alzap
Μπά γυρίσαμε.
Γιατί όμως σκούρα, μια χαρά εγώ τα βλέπω.
Σας περιμένω να τα συζητήσουμε.

Composition Doll είπε...

So, you think you can tell heaven from hell?

Κυρά Ντίνα είπε...

Πράγματι, το κριτήριο είναι υποκειμενικό.Αλλά σ' ό,τι αφορά στη σύλληψη,προσέγγιση κ έκφραση του ωραίου τα πράγματα δεν είναι τάχατες σε κάποιον, εγώ δεν μπορώ να προσδιορίσω σε ποιόν , βαθμό ρευστά;Επειδή, όμως ζ ο ύ μ ε κ τα πράγματα εμείς τα κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε,έχω,αν μου επιτρέπεται, τα δικά μου κριτήρια.Εσύ, όχι; Αντιγράφω:"Το υπέρτατο σημείο της οποίας ( ανθρώπινης κατάστασης) είναι πάντα πέραν του εκφραστικού σημείου στο οποίο ο ίδιος κάθε φορά φτάνει ασκώντας την". Πάντα!; Γιατί;
μόνο με την προυπόθεση ότι ο ίδιος(ο ποητής ) μένει διψασμένος κ μετά ακολουθεί η σιωπή. Άλλωστε, δεν πρόκειται για την κατάκτηση του σύμπαντος κόσμου, μα για μια νησίδα.Αλλά στο βαθμό που μπορούμε κι οι δυό ,και μαζί μας χιλιάδες ,να βλέπουμε τα άστρα να πέφτουν βροχή κ αυτό να παραπέμπει σ'ένα κοινό βίωμα κ να μας συγκινεί ξανά κ ξανά ( δεν είναι, βέβαια, δικό μου),εγώ θα επιμένω πως, ακόμα κι αν κάτι πάντα απομένει ανέκφραστο ή κάτι πάντα περισσεύει,πολλές φορές νομίζω πως ειπώθηκε "τελειωτικά",δηλ. π λ ή ρ ω ς κ άρα προσέγγισε τ' απρόσιτο.Φυσικά κ ευτυχώς δεν είναι κύκλος,για να κλείσει.Άκου κι αυτό:
Τη νύχτα που ο έντιμος Γραφεύς Νετφαλ κατάφερε να παραστήσει τον αριθμό 2, στην Ουρ
Μάρτυς μου ο Θεός!
θά'χα κάνει τη γραφίδα μου κομμάτια, αν δεν μπορούσα
να χαράξω στο λαιμό σου το σημάδι της αγάπης
ζωντανό, σαν τη φωτιά που φυλακίζει
το σχήμα του σ'αυτόν τον ανυπόφορο πηλό
(αγύμναστο στη γλώσσα κ την παραφορά της).
Φαντάζομαι πως η γραφή θα γίνει κάποτε κάτι ιδιαίτερα λεπτό
και η σιωπή αλύπητη στην αναγνωσιμότητά της.
Ώς τότε, νύχτες σαν κι αυτή τη χθεσινή
θα προωθούν την παλιά τέχνη του δισταγμού:
κείνος να υπαγορεύει με φωνή επιβλητική
κτήματα,δούλους,ζωντανά,κ εσύ να σπαρταράς
μες στην ασπράδα αυτού του άγραφου λαιμού,
κοιτάζοντας επίμονα την άναρθρη τελειτουργία της γραφίδας.
Μπορούσα να σε σκότωνα. Δεν τό'καμα
Υπήρξα έντιμος γραφεύς.Θα συνεχίσω.
Ξέρω πως όπου οι άλλοι δεν θα βλέπουν παρ' ένα ακόμη σημάδι μετρικό,
εσύ θ' αναγνωρίζεις:"Σε θέλω,μου ανήκεις, σ'αγαπώ".
Βλέπεις,σε λάτρεψα και κάπως έπρεπε να το αποσιωπήσω.
Κλείνω, κυρ Μανουήλ!

Κυρ Μανουήλ είπε...

Αυλαία!
Κυρα ντίνα σου βγάζω το καπέλο γι' απόψε. Σου είπα όμως πως θα επανέλθω και θα το κάνω.

Σ΄ευχαριστώ γι' απόψε!

alzap είπε...

Εγώ στο είπα ότι τα πράγματα είναι δύσκολα και συ πάλι άλλα κατάλαβες.
Τώρα που γίνανε δυσκολότερα;

Κυρ Μανουήλ, Κυρ Μανουήλ ποτέ δεν ακούς...

:-)

Κυρ Μανουήλ είπε...

Κυρά ντίνα
Χρειάζονται καθώς φαίνεται κάποιες εξηγήσεις, κυρίως ως προς το απρόσιτο ή μη της ποιήσεως, αν και συνεχίζω να πιστεύω πως το κείμενο τα λέει όλα.
Αντιγράφω:Η αφοριστική φράση του τίτλου δεν είναι περιοριστική ούτε απαγορευτική· είναι αφετηριακή. Τουτέστιν τα όρια της ποίησης φθάνουν πέραν αυτών του ανθρώπου. Ξεπερνούν τον νου και τις αισθήσεις του ανθρώπου. Θα τολμούσα να πω πως ακουμπούν την θεία ουσία.
Οι προσπάθειές σου εξαιρετικές μα δεν παύουν να προσεγγίζουν τούτα τα όρια. ΔΕΝ τα αγγίζουν!

Με την σειρά σου τώρα άκου κι αυτό:
O άνθρωπος μιλάει για όλα και μιλάει για όλα, λες και η γνώση όλων να βρισκόταν όλη σε αυτόν.

Κυρ Μανουήλ είπε...

alzap

Οι πίστεις μας, πόσο πολύ μας ξεγελούν!

Κυρά Ντίνα είπε...

Αλίμονο!,κυρ Μανουήλ! νομίζεις(κ όλο μούρχεται να σου μιλήσω στον πληθυντικό!)πως δεν πρόσεξα "την αφετηρία"; είπα τις σκέψεις μου πέραν αυτού.Αντιγράφω:οι πίστεις μας,πόσο μας ξεγελούν!
Θα μπορούσαμε να πάμε πιο πέρα;:Ας πούμε,μιας και μετατόπισες το το βάρος,στα όρια της γνώσης κ σ'εκείνο το "θεία ουσία";Να το δούμε,αν μπορούμε κ στη σχέση της ποίησης με τη γνώση κ ποια γνώση.Παρεμπιπτόντως:προσεγγίζουμε,μα δεν αγγίζουμε.Καλό μου φαίνεται,αλλά κάτι μου μου φέρνει στο νου από σόφισμα.
Και,φυσικά, η γνώση δεν βρίσκεται όλη σ'αυτόν! αλλά μάλλον εγώ το καταλαβαίνω αλλιώς κ εσύ αλλιώς.Και πιο κάτω ,ναι,νάχουμε χώρο για τη σιωπή!

Κυρ Μανουήλ είπε...

Κυραντίνα

Στην θέση της γνώσης μπορείς να βάλεις αίσθηση, ζωή.
Τα περί σοφίσματος τα αντιπαρέρχομαι.
Το ξεγέλασμα επί του προκειμένου αφορούσε τον alzap, μιας και το επιθυμείς όμως ιδού η συνέχεια:

Η αλήθεια, όταν είναι η αλήθεια του μικρού, σχεδόν είναι όλη η αλήθεια, κι όταν είναι η αλήθεια του μεγάλου, σχεδόν είναι όλη αμφιβολία.

Υ.Γ. Όπου αλήθεια και πίστη και γνώση!

Κυρά Ντίνα είπε...

Το σόφισμα, κυρ Μανουήλ,αν δεν είναι σκόπιμη παραβίαση της λογικής για λόγους βασικά ιδιοτελούς παραπλάνησης του συζητητή,όπως θα ξέρεις μπορεί νάναι ένα σφάλμα λογικής που προέρχεται ακόμα κ από ενθρώπινη αδυναμία.Άρα,όλοι μπορούμε να το διαπράξουμε κ μάλιστα χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε, φαντάζομαι. Ώστε,τόπα διερευνητικά και αφετηριακά.Σαν ερέθισμα για περαιτέρω σκέψη.Απολογούμαι,ναι.Ξέρεις γιατί:από αρχαιοτάτων χρόνων κρατά το πρόβλημα με τα όρια του γραπτού λόγου.
Για το ξεγέλασμα:αισθάνομαι τόσο να μας αφορά όλους,που νομίζω πως θρυμματίζει τουλάχιστον τις αναπόφευκτες βεβαιότητες μ'έναν,δυστυχώς,αδυσώπητο τρόπο.
Η γνώση του μικρού,λες:ποιο είναι το μικρό; απ' το μικρό δεν άρχισε να οικοδομείται ο σημερινός ουρανοξύστης των γνώσεων;Φαντάζομαι τον πρωτόγονο ν'αναρωτιέται για το "μεγάλο",τον έναστρο ουρανό κ να δίνει τις "μεγάλες" του απαντήσεις,μα να γ ν ω ρ ί ζ ε ι πώς να κατασκευάσει αγκίστρι.
Αμφιβολία η γνώση του μεγάλου; Μα τότε δεν μπορεί νάναι αλήθεια.Κ η πίστη δεν έχει σχέση με την γνώση,παρά μόνο ως διαίσθηση,άρα ως κάτι ελάχιστα; καθόλου; μη μεταδόσιμο.Γενικά να εκστομίσω τη φρικτή μου διαίσθηση;είμαστε μόνοι στο σύμπαν κ όσο κ αν κραυγάζουμε κανείς δεν είναι κει ν' ακούσει τις κραυγές μας.Κ όμως αυτό δεν είναι γνώση.
Καλή σου μέρα κυρ Μανουήλ

Κυρ Μανουήλ είπε...

Κυραντίνα

Η συνέχεια στο σημερινό post.
Εδώ σε θέλω κάβουρα!