
Κρατώ στα χέρια μου τα δοκίμια του τελευταίου και υπό έκδοσιν ποιητικού έργου του
Δημήτρη Δημητριάδη, Κατάλογοι 13-14, Πένθη. Ανασύρω την εξομολόγηση του συγγραφέα στον Μισέλ Φάις που δημοσιεύθηκε στην τελευταία
ΒιβλιοθήκηΕξομολόγηση που δεν κρατά τίποτα κρυμμένο, όλα στη φόρα και όλα στην μέγιστή τους διάσταση.
Το απρόσιτο της ποίησης
Η αφοριστική φράση του τίτλου δεν είναι περιοριστική ούτε απαγορευτική· είναι αφετηριακή: σημαίνει μια σκοπιά απ' την οποία μας κοιτάζει η ποίηση και απ' την οποία την κοιτάζουμε εμείς. Αυτή η σκοπιά χρειάζεται, και μάλιστα επειγόντως, προκειμένου όχι μόνο να καταλαβαίνουμε πότε γράφεται ποίηση, αλλά, προπαντός, να μην ξεχνούμε, ακόμη κι όταν αυτό που γράφεται είναι όντως ποίηση, την απόσταση που μας χωρίζει, ούτως ή άλλως και καταγωγικώς, απ' αυτήν. Οχι πως η ποίηση έχει διάσταση ιδεατή ή θεϊκή· ότι αποτελεί υπερφυσική οντότητα. Η ποίηση είναι απρόσιτη ως αποκλειστικώς ανθρώπινη ιδιότητα· ο ίδιος ο άνθρωπος δεν καταφέρνει, παρά τις πολλαπλές και κορυφαίες προσεγγίσεις, να φτάσει στην απώτατη έκφρασή της, αδυνατώντας να εξαντλήσει, ακόμη και να οικειοποιηθεί εντελώς, μια αποκλειστική δική του ιδιότητα, το υπέρτατο σημείο της οποίας είναι πάντα πέραν του εκφραστικού σημείου στο οποίο ο ίδιος κάθε φορά φτάνει ασκώντας την.
Τα ποιήματα, μικρά ή μεγάλα, είναι αντίστοιχες κινήσεις προς αυτόν και ως προς αυτόν τον στόχο· όσο κι αν προσεγγίζεται αυτός, όσο κι αν δίνεται η εντύπωση με τα ποιήματα που γράφονται, ότι αυτά τον έχουν φτάσει και ότι, ενίοτε, τα ποιήματα είναι ο ίδιος ο στόχος, δηλαδή η ίδια η ποίηση, εντούτοις αυτή δεν έχει αγγιχτεί με τέτοιον τρόπο ώστε να πούμε ότι πέραν του σημείου εκείνου δεν υπάρχει άλλο τίποτε που δεν έχει ή δεν μένει απ' αυτήν να αγγιχτεί. Την εντύπωση αυτή δίνουν κυρίως τα μεγάλα ποιήματα, εντύπωση που δεν απέχει μάλιστα καθόλου απ' την κυρίαρχη βεβαιότητα ότι το απρόσιτο έχει γίνει προσιτό.
Οι Κατάλογοι 13-14. Πένθη, όπως και οι προηγούμενοι, είναι, στην κεντρική τους διάθεση, κινήσεις προς το απρόσιτο της ποίησης, κινήσεις που προπαντός αποκαλύπτουν την απόσταση που τις χωρίζει απ' αυτό, και όπου δοκιμάζεται η ανεπάρκεια των εκφραστικών μέσων για να μειωθεί η απόσταση αυτή· συγχρόνως είναι κινήσεις όπου αποπειράται μια διά των λέξεων επιχείρηση προκειμένου να προκληθούν θεματικά όρια ήδη φτασμένα, αλλά και όρια καινοφανή, να θιγούν και πάλι περιοχές της ανθρώπινης τύχης, της πολλαπλής ανθρώπινης εμπειρίας, περιοχές που περιμένουν τις δυνατότητες της γλώσσας για να αναδειχθούν και οι οποίες, παρά τις προσεγγίσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί, παραμένουν ακόμη ανεξάντλητες και αδιατύπωτες, ακόμη πρόσφορες για νέες απόπειρες.
Οι Κατάλογοι 13-14 αποτελούνται από δύο μέρη. Οι τίτλοι τους, αντίστοιχα, είναι Ηλιος και Μόρος, και συναποτελούν ενότητα υπό τον γενικό τίτλο Πένθη. Και στα δύο αυτά μέρη η αφετηρία είναι ο θάνατος· στο πρώτο, ένας θάνατος συλλογικός, στο δεύτερο, ένας ατομικός. Αυτοί οι δύο θάνατοι, έχοντας αποτελέσει, αμφότεροι, δημόσια και ιδιωτικά γεγονότα, διαθέτουν τα γνωρίσματα εκείνα που τα τοποθετούν στην τρέχουσα καθημερινότητα, στην εμπειρική πραγματικότητα, με ό,τι σημαίνει αυτό για μια συζήτηση σχετικά με το από πού πρέπει να ξεκινά ή να αντλεί το υλικό της η ποίηση: ενδέχεται να μην έχει σημασία η αφετηρία, αν και αυτό δεν είναι αυτονόητο ούτε κατακυρωμένο, έχει όμως κρισιμότατη σημασία το πόσο πέραν αυτής της αφετηρίας είμαστε ικανοί να οδηγήσουμε την ποιητική της απόδοση.
Το ίδιο το θέμα αυτών των Καταλόγων, ο θάνατος, ως πρωτόγονο αλλά και κοινότοπο υλικό, ως η πιο πραγματική πραγματικότητα, θέτει αυτομάτως την ίδια την ποιητική έκφρασή του σε δεινή δοκιμασία και την αναγκάζει, όσο εμπειρικό και καθημερινό κι αν είναι το ίδιο το θέμα, να κινείται στο σημείο όπου βρίσκεται κι αυτό, δηλαδή σε ένα όριο όπου θα πρέπει, εκείνο που λέγεται κι ο τρόπος με τον οποίο λέγεται, να συμπέσουν και να συνομιλήσουν· το ένα, ο θάνατος, το άλλο, η ποίηση, να συνδιαλεχθούν και να συνοδοιπορήσουν, όχι ως λέξεις αλλά με τις λέξεις, ώστε η ποίηση να βρεθεί εκεί όπου βρίσκεται ο θάνατος, ένας θάνατος όμως που δεν είναι μόνο το γεγονός ως γεγονός, αλλά ως αφετηρία απ' όπου εκκινώντας η ποίηση προσπαθεί να προσεγγίσει το απρόσιτο.
Εκείνο που υποκινεί αυτήν τη διπλή κίνηση σ' αυτούς τους Καταλόγους και συνιστά τον λόγο για τον οποίο γίνεται, είναι το πώς θα καταφέρει, εντέλει, η ίδια η ποίηση να φτάσει εκεί όπου δεν έχει φτάσει ακόμη, και συγχρόνως πώς θα δείξει, εξαντλώντας τα ίδια της τα μέσα, ότι αυτό που αποπειράται, είναι εντέλει ακατόρθωτο, ότι η απόπειρα, όσο κι αν έχει αναμετρηθεί με το ανέκφραστο προκειμένου να το πει, έχει αποτύχει και ότι θα χρειαστεί ν' αρχίσει και πάλι την απόπειρα, ωσάν να μην την άρχισε ποτέ πριν.